• el
Αθήνα: 210 7257617 210 7233848
Θεσσαλονίκη: 2310 237040

1. Η διαδικασία μετάδοσης του HIV

Από τη στιγμή που έχει εγκατασταθεί στον ανθρώπινο οργανισμό, ο HIV είναι ένας ιδιαίτερα ανθεκτικός ιός και η εξάλειψή του, με τις έως σήμερα τουλάχιστον διαθέσιμες μεθόδους, είναι αδύνατη. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο, όταν ο HIV βρίσκεται εκτός του ανθρώπινου σώματος. Εκτεθειμένος στο εξωτερικό περιβάλλον (π.χ. αίμα πεσμένο στο έδαφος ή άλλες επιφάνειες), ο HIV δεν μπορεί να επιζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η διάρκεια επιβίωσής του δεν είναι βέβαια δυνατό να υπολογιστεί με ακρίβεια, καθώς εξαρτάται από πολλούς και μεταβλητούς περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η θερμοκρασία, η υγρασία, η έκθεση στο φως του ήλιου και η οξύτητα (pH) [1]. Σχετικές εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι ο HIV μπορεί να επιζήσει από λίγα μόλις λεπτά (αν π.χ. είναι εκτεθειμένος σε υψηλή θερμοκρασία, ξηρασία και άμεσο ηλιακό φως) έως κάποιες εβδομάδες (αν π.χ. βρίσκεται προστατευμένος μέσα σε μια σύριγγα σε σκοτεινό, δροσερό χώρο) [2]. Πάντως, μέχρι και σήμερα, δεν έχει καταγραφεί ούτε ένα περιστατικό μετάδοσης του HIV μέσω του εξωτερικού περιβάλλοντος. Αντίθετα, άλλοι ιοί (π.χ. οι ιοί της γρίπης ή της ηπατίτιδας B και C) είναι πολύ πιο ανθεκτικοί και παραμένουν μεταδοτικοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αναγκαστικά, λοιπόν, για να μεταδοθεί ο HIV από έναν θετικό προς έναν αρνητικό στον HIV άνθρωπο, θα πρέπει μια επαρκής ποσότητα ιικών σωματιδίων να μεταφερθεί με άμεσο τρόπο (εξ επαφής) από το σώμα του πρώτου σε αυτό του δεύτερου. Επομένως, χρειάζεται αφενός ένα μέσο μεταφοράς αρκετού ιικού φορτίου από το σώμα του θετικού στον HIV ατόμου, αφετέρου ένα σημείο πρόσβασης του ιού στο σώμα του οροαρνητικού ατόμου.

Ως μέσο μεταφοράς του ιού λειτουργούν συγκεκριμένα σωματικά υγρά του θετικού στον HIV ατόμου, και ειδικότερα, το σπέρμα και τα προ-σπερματικά υγρά (αν πρόκειται για άνδρα), οι κολπικές εκκρίσεις και το μητρικό γάλα (αν πρόκειται για γυναίκα), τα υγρά του πρωκτού και το αίμα. Σε καμία άλλη σωματική έκκριση (π.χ. σάλιο, ιδρώτας, δάκρυα, ούρα, κόπρανα) δεν υπάρχουν μολυσματικές ποσότητες του HIV, εκτός εάν υπάρχει πρόσμειξη με αρκετή ποσότητα αίματος [3].

Τα πιθανά σημεία εισόδου του ιού είναι επίσης συγκεκριμένα: είτε εκτεθειμένα τμήματα του κυκλοφορικού συστήματος (οι αρτηρίες, οι φλέβες και τα αγγεία, όπου κυκλοφορεί το αίμα), είτε οι βλεννογόνοι που καλύπτουν τις κοιλότητες και τις εσωτερικές διόδους του σώματος, κατά κύριο λόγο οι βλεννογόνοι των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού (πολύ σπάνια ο βλεννογόνος του στόματος και εξαιρετικά σπάνια των ματιών). Στα σημεία αυτά υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι ανοσοκυττάρων που ο HIV μπορεί να προσβάλλει και να αρχίσει έτσι η διαδικασία αναπαραγωγής του. Είναι αδύνατο να εισέλθει ο HIV από οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματος που καλύπτεται από δέρμα, εκτός αν υπάρχουν ανοιχτές πληγές (δηλαδή πρόσβαση στο κυκλοφορικό σύστημα) [3].

Όσον αφορά την είσοδο του ιού στην αιματική κυκλοφορία, αυτή μπορεί να συμβεί είτε μέσω της απευθείας μετάγγισης αίματος (π.χ. κατά την κοινή χρήση συριγγών για ενέσιμη χορήγηση εξαρτησιογόνων ουσιών), είτε μέσω τραυματισμού με αιχμηρά αντικείμενα που φέρουν νωπό αίμα (π.χ. βελόνες, ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, κ.α.), είτε μέσω της άμεσης επαφής άλλου μολυσματικού σωματικού υγρού με ανοιχτή πληγή (π.χ. βίαιη κολπική ή πρωκτική σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλακτικό, στοματικό σεξ όταν υπάρχουν πληγές στη στοματική κοιλότητα). Όσον αφορά την είσοδο του ιού διαμέσου των βλεννογόνων του πέους, του κόλπου και του πρωκτού, αυτή μπορεί να συμβεί κατά τη σεξουαλική επαφή (πρωκτική ή κολπική)  χωρίς προφυλακτικό (βλ. Τρόποι μετάδοσης και μη μετάδοσης του HIV).

Ειδικότερη και όχι πλήρως κατανοητή περίπτωση αποτελεί η κάθετη μετάδοση του HIV, δηλαδή από τη μητέρα στο έμβρυο ή το βρέφος, αν δε ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας. Η μετάδοση μπορεί να συμβεί είτε κατά την εγκυμοσύνη, ιδίως εάν υπάρχουν βλάβες στον πλακούντα και αίμα της μητέρας περάσει στην αιματική κυκλοφορία του εμβρύου, είτε κατά το θηλασμό, καθώς ο HIV που περιέχεται στο μητρικό γάλα μπορεί να διαπεράσει το ανώριμο ακόμη πεπτικό σύστημα του βρέφους, και, συνηθέστερα, κατά τον τοκετό, όπου το έμβρυο έρχεται σε εκτεταμένη επαφή με το αίμα και τις γενετήσιες εκκρίσεις της μητέρας [4]. Ωστόσο, χάρη στις διαθέσιμες θεραπευτικές μεθόδους, η πιθανότητα κάθετης μετάδοσης είναι σήμερα μικρότερη του 1% [5] (βλ. HIV & μητρότητα).

Πέρα από την οδό εισόδου, έρευνες έχουν δείξει ότι η πιθανότητα μετάδοσης του HIV επηρεάζεται από διάφορους άλλους παράγοντες  (βλ. Παράγοντες που επηρεάζουν την πιθανότητα σεξουαλικής μετάδοσης του HIV), σημαντικότερος εκ των οποίων είναι το ύψος του ιικού φορτίου του θετικού στον HIV ατόμου: όσο υψηλότερο το ιικό φορτίο, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα και αντίστροφα.

Με όποιον τρόπο και αν εισέλθει ο HIV στο σώμα ενός ανθρώπου, μέσα σε περίπου 3 με 5 ημέρες το πολύ μεταφέρεται τελικά στους πλησιέστερους λεμφαδένες [6]. Οι λεμφαδένες αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές δομές του ανοσοποιητικού συστήματος και συναντώνται σε πάρα πολλά σημεία του ανθρώπινου σώματος. Κύρια λειτουργία τους είναι ο έλεγχος των σωματικών υγρών για την παρουσία μικροβίων και καρκινικών κυττάρων. Στους λεμφαδένες, επίσης, βρίσκεται συγκεντρωμένος μεγάλος αριθμός λεμφοκυττάρων, ρόλος των οποίων είναι η αντιμετώπιση των παθογόνων μικροοργανισμών. Μεταξύ αυτών, στους λεμφαδένες συναντάται μεγάλος αριθμός Τ4 βοηθητικών λεμφοκυττάρων (ή κύτταρα CD4+), τα οποία αποτελούν και τον κύριο στόχο του HIV (βλ. Με ποιον τρόπο ο HIV προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα;). Από τη στιγμή, λοιπόν, που σωματίδια του HIV φτάσουν στους λεμφαδένες, εισβάλλουν στα παρακείμενα Τ4 βοηθητικά λεμφοκύτταρα και αρχίζει άμεσα η ταχύτατη διαδικασία πολλαπλασιασμού του ιού. Στο σημείο αυτό, ο HIV έχει πλέον εγκατασταθεί στον οργανισμό του ατόμου για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Η μεταφορά του HIV από το αρχικό σημείο της μόλυνσης προς τους λεμφαδένες είναι δυνατόν να αποτραπεί με την επείγουσα χορήγηση αντιρετροϊκής αγωγής, η οποία καλείται προφυλακτική αγωγή μετά την έκθεση (PEP: Post-Exposure Prophylaxis). Εάν, δηλαδή, ένας άνθρωπος θεωρεί ότι με κάποιον τρόπο εκτέθηκε στον HIV, θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να απευθυνθεί σε Κέντρο Αναφοράς AIDS ή στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών εφημερεύοντος νοσοκομείου της περιοχής του. Εκεί, ειδικός ιατρός θα εκτιμήσει την πιθανότητα μετάδοσης και, αν κριθεί απαραίτητο, θα χορηγήσει προφυλακτική αγωγή, η οποία είναι δυνατόν να αποτρέψει την εγκατάσταση του ιού. Για να είναι αποτελεσματική η PEP, θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό μετά την πιθανή έκθεση (ιδανικά 2-4 ώρες μετά). Εάν περάσουν 72 ώρες, θεωρείται πως ο HIV έχει ήδη προσβάλλει αρκετά κύτταρα CD4+ στους λεμφαδένες και η χορήγηση της PEP δεν έχει πλέον νόημα (βλ. Η προφύλαξη μετά την έκθεση στον HIV) [7].

Διάβασε την επόμενη ενότητα εδώ

Βιβλιογραφικές πηγές

  1. Thompson, S.C., Boughton, C.R., & Dore, G.J. (2003). Blood-borne viruses and their survival in the environment: is public concern about community needlestick exposures justified? Australian and New Zealand Journal of Public Health, 27(6), 602-7.
  2. Abdala, N., Stephens, P.C., Griffith, B.P., & Heimer, R. (1999). Survival of HIV-1 in syringes. Journal of Acquired Immune Deficiency Syndromes and Human Retrovirology, 20(1), 73-80.
  3. Hoffmann, C., & Rockstroh, J. (2015). HIV 2015/16. Hamburg: Medizin Fokus Verlag.
  4. Lehman, D.A., & Farquhar, C. (2007). Biological mechanisms of vertical immunodeficiency virus (HIV-1) transmission. Reviews in Medical Virology, 17(6), 381-403.
  5. Townsend, C.L., Cortina-Borja, M., Peckham, C.S., de Ruiter, A., Lyall, H., & Tookey, P.A. (2008). Low rates of mother-to-child transmission of HIV following effective pregnancy interventions in the United Kingdom and Ireland, 2000-2006. AIDS, 22(8), 973-81.
  6. Dimmock, N.J. (2016). Introduction to modern virology (7th edition). Oxford: John Wiley & Sons.
  7. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (2014). Κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση της HIV λοίμωξης σε κλινικά και μη κλινικά πλαίσια. Αθήνα: ΚΕΕΛΠΝΟ.
  8. Boily, M.C., Baggaley, R.F., Wang, L., Masse, B., White, R.G., Hayes, R.J., & Alary, M. (2009). Heterosexual risk of HIV-1 infection per sexual act: systematic review and meta-analysis of observational studies. Lancet Infectious Diseases, 9(2), 118-29.
  9. Vittinghoff, E., Douglas, J., Judson, F., McKirnan, D., MacQueen, K., Buchbinder, S.P. (1999). Per-contact risk of human immunodeficiency virus transmission between male sexual partners. American Journal of Epidemiology, 150, 306-11.
  10. Joint United Nations Programme on HIV/AIDS (UNAIDS) (2014). The Gap Report 2014: People who inject drugs. Geneva: UNAIDS.
  11. Baggaley, R.F., Boily, M.C., White, R.G., & Alary, M. (2006). Risk of HIV-1 transmission for parenteral exposure and blood transfusion. AIDS, 20(6), 805-12.
  12. Denise, M., Cardo, M.D., David, H., et al. (1997). A case control study of HIV seroconversion in health care workers after percutaneous exposure.New England Journal of Medicine, 337, 1485-90.
  13. Papenburg, J., Blais, D., Moore, D., Al-Hosni, M., Laferrière, C., Tapiero, B., & Quach, C. (2008). Pediatric Injuries From Needles Discarded in the Community: Epidemiology and Risk of Seroconversion.Pediatrics 122(2), e487-92.
  14. Baggaley, R.F., White, R.G., & Boily, M.C. (2008). Systematic review of orogenital HIV-1 transmission probabilities.International Journal of Epidemiology, 37(6), 1255-65.
  15. Fultz, P.N. (1986). Components of saliva inactivate human immunodeficiency virus.Lancet, 2(8517), 1215.
  16. Richters, J., Grulich, A., Ellard, J., Hendry, O., Kippax, S., & Richters, J. (2003). HIV transmission among gay men through oral sex and other uncommon routes: case series of HIV seroconverters, Sydney. AIDS, 17(15), 2269-71.
  17. del Romero, J., Marincovich, B., Castilla, J., García, S., Campo, J., Hernando, V., & Rodríguez, C. (2202). Evaluating the risk of HIV transmission through unprotected orogenital sex. AIDS, 16(9), 1296-
  18. Zou, S., Dorsey, K.A., Notari, E.P., Foster, G.A., Krysztof, D.E., Musavi, F., Dodd, R.Y., & Stramer, S.L. (2010). Prevalence, incidence, and residual risk of human immunodeficiency virus and hepatitis C virus infections among United States blood donors since the introduction of nucleic acid testing. Transfusion, 50(7), 1495-504.
  19. O’Farrell, N., Tovey, S.J., & Morgan-Capner, P. (1992). Transmission of HIV–1 infection after a fight. Lancet, 339(8787), 246.
  20. Deshpande, Α.Κ., Jadhav, S.K., & Bandivdekar, A.H. (2011). Possible transmission of HIV Infection due to human bite. AIDS Research and Therapy, 8, 16.
  21. Hill, D.R. (1989). HIV infection following motor vehicle trauma in central Africa. Journal of the American Medical Association, 261(22), 3282-3.
  22. Eberle, J., Habermann, J., & Gürtler, L.G. (2000). HIV-1 infection transmitted by serum droplets into the eye: a case report. AIDS, 14(2), 206.
  23. Ivy, W., Dominguez, K.L., Rakhmanina, N.Y., et al. (2012). Premastication as a route of pediatric HIV transmission: case-control and cross-sectional investigations. Journal of Acquired Immune Deficiency Syndromes, 59(2), 207-12.
  24. Quinn, T.C., Wawer, M.J., Sewankambo, N., Serwadda, D., Li, C., Wabwire-Mangen, F., Meehan, M.O., Lutalo, T., & Gray, R.H. (2000). Viral load and heterosexual transmission of human immunodeficiency virus type 1. New England Journal of Medicine, 342(13), 921-9.
  25. Van de Ven, P., Mao, L., Fogarty, A., Rawstorne, P., Crawford, J., Prestage, G., Grulich, A., Kaldor, J., & Kippax, S. (2005). Undetectable viral load is associated with sexual risk taking in HIV serodiscordant gay couples in Sydney. AIDS 19(2), 179-84.
  26. Attia, S., Egger, M., Müller, M., Zwahlen, M., & Low, N. (2009). Sexual transmission of HIV according to viral load and antiretroviral therapy: systematic review and meta-analysis. AIDS, 23(11), 1397-404.
  27. Hughes, J.P., Baeten, J.M., Lingappa, J.R., et al. (2012). Determinants of Per-Coital-Act HIV-1 Infectivity Among African HIV-1-Serodiscordant Couples. Journal of Infectious Diseases, 205(3), 358-65.
  28. Pilcher, C.D., Tien, H.C., Eron, J.J.Jr, et al. (2004). Brief but efficient: acute HIV infection and the sexual transmission of HIV. Journal of Infectious Diseases, 189(10), 1785-92.
  29. Anglemyer, A., Rutherford, G.W., Egger, M., & Siegfried, N. (2011). Antiretroviral therapy for prevention of HIV transmission in HIV-discordant couples. Cochrane Database for Systematic Reviews, 5, CD009153.
  30. Rodger, A.J., Cambiano, V., Bruun, T., et al. (2016). Sexual Activity Without Condoms and Risk of HIV Transmission in Serodifferent Couples When the HIV-Positive Partner Is Using Suppressive Antiretroviral Therapy. Journal of the American Medical Association, 316(2), 171-81.
  31. World Health Organization (2015). Guideline on when to start antiretroviral therapy and on pre-exposure prophylaxis for HIV. Geneva: WHO Press.
  32. Hayes, R.J., Schulz, K.F., & Plummer, F.A. (1995). The cofactor effect of genital ulcers on the per-exposure risk of HIV transmission in sub-Saharan Africa. Journal of Tropical Medicine and Hygiene, 98, 1-8.
  33. McClelland, R.S., & Baeten, J.M. (2006). Reducing HIV-1 transmission through prevention strategies targeting HIV-1-seropositive individuals. Journal of Antimicrobial Chemotherapy, 57,163-6.
  34. Halperin, D.T., & Bailey R.C. (1999). Male circumcision and HIV infection: 10 years and counting.Lancet, 354(9192), 1813-5.
  35. Weiss, H.A., Thomas, S.L., Munabi, S.K., & Hayes, R.J. (2006). Male circumcision and risk of syphilis, chancroid, and genital herpes: a systematic review and meta-analysis. Sexually Transmitted Infections, 82(2), 101-9.
  36. World Health Organization & Joint United Nations Programme on HIV/AIDS (2007). Male circumcision: global trends and determinants of prevalence, safety and acceptability. Geneva: WHO Press.
  37. Patterson, B.K., Landay, A., Siegel, J.N., Flener, Z., Pessis, D., Chaviano, A., & Bailey, R.C. (2002). Susceptibility to human immunodeficiency virus-1 infection of human foreskin and cervical tissue grown in explant culture. American Journal of Pathology, 161(3), 867-73.
  38. Buchbinder, S.P., Vittinghoff, E., Heagerty, P.J. (2005). Sexual risk, nitrite inhalant use, and lack of circumcision associated with HIV seroconversion in men who have sex with men in the United States. Journal of Acquired Immune Deficiency Syndromes, 39(1), 82-9.
  39. Macdonald, N., Elam, G., Hickson, F., et al. (2008). Factors associated with HIV seroconversion in gay men in England at the start of the 21st century. Sexually Transmitted Infections, 84(1), 8-13.
  40. Patel, P., Borkowf, C.B., Brooks, J.T., Lasry, A., Lansky, A., & Mermin, J. (2014). Estimating per-act HIV transmission risk: a systematic review. AIDS, 28(10), 1509-19.