Θετικά αποτελέσματα κλινικής δοκιμής για ενέσιμη αντιρετροϊκή θεραπεία με μακρά διάρκεια δράσης

 

Πηγή: NAM aidsmap (http://www.aidsmap.com/page/3158571/)

 

Δύο αντιρετροϊκές φαρμακευτικές ουσίες με μακράς διάρκειας δράση, η καμποτεγκραβίρη (cabotegravir) κι η ριλπιβιρίνη (rilpivirine), χορηγούμενες ενέσιμα μία φορά κάθε 4 ή 8 εβδομάδες, φάνηκε να διατηρούν τον ιό HIV σε καταστολή στο 90% περίπου των ατόμων που άρχισαν τη νέα θεραπεία έχοντας μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο, σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής LATTE-2, που παρουσιάστηκαν στο 9ο Διεθνές Συνέδριο της International AIDS Society (IAS 2017) στο Παρίσι τον περασμένο Ιούλιο.

Τα σύγχρονα αντιρετροϊκά φάρμακα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά, εφόσον λαμβάνονται σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες σε καθημερινή βάση. Ωστόσο, η συνεπής τήρηση της αγωγής σε βάθος χρόνου μπορεί να παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, ώστε τα φαρμακευτικά σκευάσματα σε ενέσιμη μορφή και με μακράς διάρκειας δράση θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύτιμη εναλλακτική επιλογή για τους ανθρώπους που καλούνται να ακολουθήσουν μια δια βίου θεραπεία.

Ο Joseph Eron, από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Chapel Hill, παρουσίασε τα ευρήματα της 96ης εβδομάδας της έρευνας LATTE-2, η οποία μελετά την αποτελεσματικότητα ενός θεραπευτικού σχήματος με δύο δραστικές ουσίες: την καμποτεγκραβίρη (αναστολέας ιντεγκράσης της ViiV Healthcare σε πειραματικό στάδιο) και τη ριλπιβιρίνη (αναστολέας αντίστροφης μεταγραφάσης της Janssen, ήδη διαθέσιμη σε από του στόματος λαμβανόμενη μορφή, π.χ. Edurant, Eviplera, Complera).

Σε προγενέστερη κλινική δοκιμή με την ονομασία LATTE-1 αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ανοχή στο εν λόγω απλουστευμένο θεραπευτικό σχήμα, όταν αυτό λαμβάνεται από του στόματος, σε ανθρώπους που ήδη είχαν καταφέρει να σταθεροποιήσουν το ιικό τους φορτίο σε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο, λαμβάνοντας τυπική αντιρετροϊκή αγωγή με τρεις δραστικές ουσίες. Το 2015, ο Davis Margolis της ViiV παρουσίασε τα ευρήματα της 96ης εβδομάδας της LATTE-1, που έδειξαν ότι το 76% των συμμετεχόντων που έλαβαν από του στόματος το νέο θεραπευτικό σχήμα διατήρησαν σε καταστολή τον ιό, σε σύγκριση με το 63% των ασθενών που παρέμειναν στην τυπική θεραπεία τριών δραστικών ουσιών, συμπεριλαμβανομένης της εφαβιρένζης (Sustiva).

Ακολούθησε η δεύτερη φάση της κλινικής δοκιμής, με την ονομασία LATTE-2, όπου ελέγχθηκε η μακράς διάρκειας δράση του συνδυασμού  καμποτεγκραβίρης και ριλπιβιρίνης, μετά από ενδομυϊκή χορήγηση στους γλουτούς. Προς το παρόν, οι ενέσεις πρέπει να γίνονται μόνο από ειδικό επαγγελματία υγείας, αν και στο μέλλον ίσως να είναι δυνατή και η αυτο-χορήγηση, σύμφωνα με τον Dr Eron.

Στην έρευνα συμμετείχαν 309 άνθρωποι από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική που ξεκινούσαν αντιρετροϊκή θεραπεία για πρώτη φορά. Από αυτούς, πάνω από το 90% ήταν άνδρες, περίπου το 80% ήταν λευκοί, ενώ η μέση ηλικία τους ήταν τα 35 έτη. Η μέση τιμή των κυττάρων CD4 τους κατά την έναρξη της θεραπείας ήταν περίπου 500 κύτταρα ανά mm3 αίματος και σχεδόν 1 στους 5 είχε υψηλό ιικό φορτίο (πάνω από 100,000 c/ml).

Οι συμμετέχοντες ξεκίνησαν με ένα αρχικό σχήμα τριών δραστικών ουσιών: 30mg καμποτεγκραβίρης λαμβανόμενης από του στόματος, αβακαβίρης και λαμιβουδίνης (Kivexa και Epzicom).  Ύστερα από 20 εβδομάδες, όσοι από αυτούς είχαν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο (289 άτομα) τοποθετήθηκαν τυχαία είτε στην πειραματική ομάδα, αλλάζοντας θεραπευτικό σχήμα σε ενέσιμη μορφή καμποτεγκραβίρης και ριλπιβιρίνης μακράς δράσης, είτε στην ομάδα ελέγχου, συνεχίζοντας την από του στόματος λαμβανόμενη θεραπεία. Οι μισοί περίπου από τους συμμετέχοντες στην πειραματική ομάδα λάμβαναν ενέσιμα 400mg καμποτεγκραβίρης και 600mg ριλπιβιρίνης κάθε 4 εβδομάδες (ομάδα Q4W) και οι άλλοι μισοί 600mg καμποτεγκραβίρης και 900mg ριλπιβιρίνης κάθε 8 εβδομάδες (ομάδα Q8W).

Ύστερα από 32 εβδομάδες, το 95% των συμμετεχόντων της ομάδας Q8W και το 94% της ομάδας Q4W εξακολουθούσαν να έχουν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο, καθώς και το 91% της ομάδας ελέγχου που συνέχιζε να λαμβάνει την αρχική από του στόματος θεραπεία.

Ύστερα από 96 εβδομάδες (σχεδόν 2 χρόνια μετά), το 94% των συμμετεχόντων της ομάδας Q8W και το 87% της ομάδας Q4W είχαν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο, σε σύγκριση με το 84% της ομάδας ελέγχου.

Τρεις άνθρωποι που έλαβαν την ενέσιμη μορφή της θεραπείας εμφάνισαν ιολογική αποτυχία (ορισμένη σύμφωνα με τα κριτήρια της έρευνας): ένας κατά την 4η εβδομάδα, ένας κατά την 48η και ένας κατά το πρώτο στάδιο της από του στόματος χορήγησης. Κανένας συμμετέχων της ομάδας Q4W δεν εμφάνισε ιολογική αποτυχία και καμία αντίστοιχη περίπτωση δεν παρατηρήθηκε μεταξύ 48ης και 96ης εβδομάδας.

Γενικά, η ενέσιμη μορφή του συνδυασμού καμποτεγκραβίρης και ριλπιβιρίνης ήταν ασφαλής και καλά ανεκτή. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με παρόμοια συχνότητα και στις τρεις ομάδες της δοκιμής, αλλά καμία δε θεωρήθηκε ότι σχετιζόταν με τα φάρμακα. Έντεκα άτομα διέκοψαν νωρίς τη θεραπεία εξαιτίας ανεπιθύμητων παρενεργειών (2% στην ομάδα Q8W, 4% στην ομάδα Q4W και 2% στην ομάδα ελέγχου). Εκτός από τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, οι συχνότερα αναφερόμενες παρενέργειες ήταν φλεγμονή στη μύτη και τον λαιμό, διάρροια και κεφαλαλγία.

Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες ανέφεραν τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, αλλά αυτές ήταν συνήθως ήπιες έως μέτριες και παροδικές, με μέση διάρκεια τριών ημερών. Μόνο δύο άτομα (λιγότερο από 1%) διέκοψαν τη θεραπεία νωρίς για αυτόν τον λόγο. Ο πόνος ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ενόχληση.

Παρά τη συχνή εμφάνιση τοπικών αντιδράσεων, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με τη θεραπεία μακράς δράσης και ότι θα ήθελαν να τη συνεχίσουν. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο θα εκτιμούσαν το γεγονός ότι δε χρειάζεται να παίρνουν χάπια, την αίσθηση ελευθερίας που προσφέρει η αποδέσμευση από τη δια του στόματος θεραπεία» αναφέρει ο Dr Eron.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι «η ενέσιμη και μακράς διάρκειας δράσης θεραπεία με τις δύο συγκεκριμένες δραστικές ουσίες, χορηγούμενες κάθε 4 ή 8 εβδομάδες, παρουσίασε υψηλά ποσοστά επιτυχούς ιικής καταστολής και ήταν ικανοποιητικά ανεκτή κατά τη διάρκεια των 96 αυτών εβδομάδων. Αυτά τα δεδομένα παρέχουν μια ισχυρή βάση για τις τρέχουσες και προγραμματισμένες για τα μέλλον δοκιμές τρίτης φάσης, οι οποίες ελπίζουμε ότι θα οδηγήσουν σε μια αποτελεσματική και καλά ανεκτή εναλλακτική επιλογή στην καθημερινή αντιρετροϊκή θεραπεία».

«Η διάθεση φαρμακευτικών σκευασμάτων που συνδυάζουν περισσότερες της μίας δραστικές ουσίες σε ένα και μόνο δισκίο ήταν ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα, που διευκόλυνε τη λήψη της αντιρετροϊκής αγωγής. Η μακράς δράσης ενέσιμη αντιρετροϊκή θεραπεία ίσως αποτελεί την επόμενη τομή στη θεραπεία της λοίμωξης HIV, καθώς παρακάμπτει τον φόρτο της αναγκαίας καθημερινής χορήγησης» αναφέρει ο Dr Margolis σε δελτίο τύπου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Lancet.