Το 2% των θανάτων των ανθρώπων που ζουν με HIV οφείλεται σε αυτοκτονία, διπλάσιο ποσοστό από ό,τι στον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με μεγάλη βρετανική έρευνα

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone

Πηγή: NAM aidsmap (http://www.aidsmap.com/Suicide-accounts-for-2-of-deaths-in-people-with-HIV-twice-the-rate-of-the-general-population/page/3130052/)

Οι άνθρωποι που ζουν με HIV παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά αυτοκτονίας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση, σύμφωνα με 15ετή έρευνα σε δείγμα σχεδόν 90,000 ανθρώπων που έχουν διαγνωσθεί με HIV στην Αγγλία και την Ουαλία.

«Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν την ανάγκη δραστικής αντιμετώπισης του στίγματος που συνοδεύει τον HIV, βελτίωσης των υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και τακτικού ελέγχου για την παρουσία κατάθλιψης και κατάχρησης αλκοόλ ή άλλων ουσιών, ιδίως κατά το διάστημα που γίνεται η διάγνωση» αναφέρει η Sara Croxford, επιστημονική συνεργάτης του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας της Βρετανίας και κύρια συγγραφές της συγκεκριμένης μελέτης .

Μεγάλος αριθμός παλαιότερων σχετικών ερευνών έχει δείξει υψηλά ποσοστά κατάθλιψης, άγχους και αυτοκτονικών σκέψεων μεταξύ των ανθρώπων που ζουν με HIV, καθώς και ότι η αυτοκτονία αποτελεί μία από τις αιτίες θανάτου της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας.

Η εν λόγω μελέτη παρακολούθησε το σύνολο των 88,994 ανθρώπων που διαγνώστηκαν με HIV στην Αγγλία και την Ουαλία από το 1997 έως το 2012, αντλώντας δεδομένα θνησιμότητας από την βρετανική στατιστική υπηρεσία και τις αντίστοιχες νοσοκομειακές μονάδες.

Μέχρι το τέλος του 2012, καταγράφηκαν 5,302 θάνατοι (περίπου το 6% του δείγματος), το οποίο αντιστοιχεί σε έναν γενικό δείκτη θνησιμότητας (από οποιαδήποτε αιτία) 118 ανά 10,000 ανθρωποέτη. Αυτό το ποσοστό θνησιμότητας είναι 6 φορές υψηλότερο συγκριτικά προς τον γενικό πληθυσμό και αποδίδεται στην καθυστέρηση της διάγνωσης, της σύνδεσης με υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης και της έναρξης της θεραπείας.

Η σημαντικότερη αιτία θανάτου είναι νόσοι και σύνδρομα που προσδιορίζουν το AIDS (58% των περιπτώσεων) και παρατηρείται σχεδόν πάντα σε ανθρώπους που διαγνώστηκαν με σημαντική καθυστέρηση. Περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους που πέθαναν από επιπλοκές του AIDS δεν είχαν απευθυνθεί ποτέ σε νοσοκομειακή μονάδα εξειδικευμένη στον HIV, ούτε και είχαν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊκή αγωγή.

Άλλες αιτίες θανάτου ήταν διάφορες μορφές καρκίνου (8%), καρδιαγγειακή νόσος ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (8%), λοιμώξεις (8%), ηπατική νόσος (5%), κατάχρηση ουσιών (3%) και αυτοκτονία (2%).

Εξετάζοντας πιο προσεκτικά τα 96 περιστατικά αυτοκτονίας, τα 91 αφορούν σε άνδρες, με παρόμοια ποσοστά μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων ανδρών, και μόλις τα 5 σε γυναίκες. Αυξημένο ποσοστό αυτοκτονίας παρατηρήθηκε στους ανθρώπους που κάνουν ενέσιμη χρήση ουσιών, ενώ η συχνότητα της αυτοκτονίας στις γυναίκες δε βρέθηκε να διαφέρει σημαντικά από την αντίστοιχη του γενικού γυναικείου πληθυσμού.

Η συχνότητα της αυτοκτονίας μεταξύ των ανδρών που ζουν με HIV είναι διπλάσια συγκριτικά προς τον γενικό ανδρικό πληθυσμό της ίδιας ηλικίας. Επίσης, 4 στις 10 αυτοκτονίες συνέβησαν κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση. Κατά την περίοδο αυτή, το ποσοστό αυτοκτονίας των ανδρών είναι 5.3 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργήθηκε η μελέτη (1997-2012), τα ποσοστά αυτοκτονίας παρέμειναν σταθερά, χωρίς να παρατηρείται κάποια μείωση. Περιστατικά αυτοκτονίας παρατηρήθηκαν τόσο μεταξύ των ανθρώπων που λάμβαναν, όσο και αυτών που δε λάμβαναν ιατρική φροντίδα και αντιρετροϊκή αγωγή.

Αν και οι ερευνητές δεν έχουν στη διάθεσή τους δεδομένα για κοινωνικούς ή συμπεριφορικούς παράγοντες που ίσως εξηγούν τα παραπάνω ευρήματα, η ιδιαίτερα αυξημένη συχνότητα αυτοκτονίας κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση του HIV υποδηλώνει ότι πιθανόν αυτή οφείλεται στο στίγμα, σε δυσκολίες προσαρμογής στις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η διάγνωση, σε ανεπαρκή παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας και στην έλλειψη αντίστοιχων υποστηρικτικών δομών.

Το πλήρες κείμενο της έρευνας είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.thelancet.com/journals/lanpub/article/PIIS2468-2667(16)30020-2/fulltext