Το κάπνισμα είναι περισσότερο επιβλαβές από ό,τι ο HIV για τους ανθρώπους που αποκρίνονται θετικά στη θεραπεία, σύμφωνα με αμερικανική έρευνα

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone

Πηγή: NAM aidsmap (http://www.aidsmap.com/Smoking-more-harmful-than-HIV-for-people-taking-effective-treatment-US-study-suggests/page/3097839/)

Το κάπνισμα μπορεί να μειώσει το προσδόκιμο ζωής ενός ανθρώπου που λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή κατά έξι περίπου χρόνια και η επίδρασή του στο προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων που ζουν με HIV είναι πολύ πιο αρνητική, από ό,τι η επίδραση της λοίμωξης HIV καθαυτής, όπως αναφέρει αμερικανική έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2016 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Infectious Diseases.

Στην εν λόγω έρευνα βρέθηκε ότι η διακοπή του καπνίσματος αυξάνει το προσδόκιμο ζωής, το δε μέγιστο όφελος παρατηρείται όταν το κάπνισμα διακόπτεται έως την ηλικία των 40 ετών.

«Είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι το κάπνισμα είναι πλέον η κυριότερη αιτία θανάτου των ανθρώπων που ζουν με HIV και λαμβάνουν αγωγή» αναφέρει η Δρ Rochelle Walensky από τη Μονάδα Λοιμωδών Νοσημάτων του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, κύρια συγγραφέας της έρευνας.

Το κάπνισμα μειώνει το προσδόκιμο ζωής προκαλώντας καρδιαγγειακές παθήσεις (εμφράγματα και εγκεφαλικά επεισόδια), διάφορους τύπους καρκίνου και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (εμφύσημα). Στις ΗΠΑ, το ποσοστό των καπνιστών μεταξύ του γενικού πληθυσμού έχει μειωθεί από το 42% το 1965 στο 17% το 2014. Ωστόσο, έρευνα του 2015 εκτιμά πως το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν με HIV στις ΗΠΑ και εξακολουθούν να καπνίζουν αγγίζει το 40%.

Προκειμένου να διερευνήσουν την επίδραση του καπνίσματος και της διακοπής του στο προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων που ζουν με τον HIV και βρίσκονται σε θεραπεία, οι ερευνητές από το Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης κατασκεύασαν ένα στατιστικό μοντέλο πρόβλεψης, αντλώντας δεδομένα από το North American AIDS Cohort Collaboration (NA-ACCORD) και τους δείκτες θνησιμότητας του γενικού πληθυσμού των ΗΠΑ. Θεωρήθηκε ότι όλοι ξεκινούν θεραπεία με μέση τιμή κυττάρων CD4 στα 360/mm3 και στην ηλικία είτε των 40, είτε των 50 ετών.

Έτσι, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η πιθανότητα θανάτου όσων διακόπτουν το κάπνισμα στην ηλικία των 35 ετών εξισώνεται με την πιθανότητα θανάτου όσων ως την ηλικία των 40 ετών δεν έχουν καπνίσει ποτέ. Όμως, για όσους δεν έχουν διακόψει το κάπνισμα ως και την ηλικία των 55 ετών, η πιθανότητα θανάτου είναι κατά 70% υψηλότερη σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Η διαφορά αυτή αντανακλά τη σωρευτική βλάβη που προκαλεί το κάπνισμα.

Η έρευνα έλεγξε, επίσης, τον ρόλο του φύλου: η πιθανότητα θανάτου των γυναικών είναι συστηματικά χαμηλότερη σε σχέση με τους άντρες, σε όλες τις ηλικίες.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το μοντέλο, το προσδόκιμο ζωής των καπνιστών ανδρών που ξεκινούν αγωγή στην ηλικία των 40 ετών και συνεχίζουν να καπνίζουν, εκτιμάται στα 65.2 έτη. Οι πρώην καπνιστές, που έχουν διακόψει το κάπνισμα στην ηλικία των 40 ετών, αναμένεται να ζήσουν, κατά μέσο όρο, ως την ηλικία των 70.9 ετών, ενώ όσοι δεν έχουν καπνίσει ποτέ, ως την ηλικία των 71.9 ετών. Το προσδόκιμο ζωής των καπνιστών γυναικών που ξεκινούν αγωγή στην ηλικία των 40 και συνεχίζουν να καπνίζουν, εκτιμάται στα 69.9 έτη, των πρώην καπνιστών στα 72.7 έτη και όσων δεν έχουν καπνίσει ποτέ στα 74.4 έτη.

Ένα από τα κυριότερα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η μείωση στο προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων που ζουν με HIV εξαιτίας του καπνίσματος είναι πιθανότατα μεγαλύτερη από τη μείωση που προκαλείται εξαιτίας της λοίμωξης HIV καθαυτής. Όντως, παλαιότερη βρετανική έρευνα έχει δείξει ότι οι άνθρωποι με HIV που έχουν θετική ανταπόκριση στη θεραπεία έχουν προσδόκιμο ζωής αντίστοιχο με αυτό του γενικού πληθυσμού (http://www.aidsmap.com/Life-expectancy-in-older-people-with-HIV-could-exceed-the-average-as-long-as-ART-keeps-working/page/2551483/).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η διακοπή του καπνίσματος στην ηλικία των 40 ετών επιφέρει αύξηση του προσδόκιμου ζωής κατά 5.7 έτη για τους άνδρες και κατά 4.6 έτη για τις γυναίκες.

Η έναρξη της θεραπείας στα 50 έτη (γεγονός που υποδηλώνει ότι και η λοίμωξη HIV επήλθε σε μεγαλύτερη ηλικία) σχετίζεται με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής για τους καπνιστές, καθώς και μικρότερη διαφορά μεταξύ των καπνιστών και των πρώην καπνιστών.

Το προσδόκιμο ζωής των καπνιστών ανδρών που ξεκινούν θεραπευτική αγωγή στην ηλικία των 50 ετών και συνεχίζουν να καπνίζουν, εκτιμάται στα 69.9 έτη. Οι πρώην καπνιστές αναμένεται να ζήσουν, κατά μέσο όρο, ως την ηλικία των 73.4 ετών, ενώ όσοι δεν έχουν καπνίσει ποτέ, ως την ηλικία των 76.5 ετών. Αντίστοιχα, το προσδόκιμο ζωής των καπνιστών γυναικών που συνεχίζουν να καπνίζουν, εκτιμάται στα 72.4 έτη, των πρώην καπνιστών στα 75.7 έτη και όσων δεν έχουν καπνίσει ποτέ στα 78.8 έτη.

Ένα ακόμη εύρημα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι, και στους άνδρες και στις γυναίκες, το όφελος από τη διακοπή του καπνίσματος στα 40 έτη είναι μεγαλύτερο από ό,τι το όφελος της έναρξης αντιρετροϊκής αγωγής με τιμή κυττάρων CD4 πάνω από 500/mm3 σε σχέση με την έναρξη σε πιο προχωρημένο στάδιο της λοίμωξης.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι «η διακοπή του καπνίσματος πρέπει να αποτελεί βασική προτεραιότητα για τα προγράμματα περίθαλψης και υποστήριξης ανθρώπων με HIV». Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι οι άνθρωποι με HIV καλούνται να διαχειριστούν, ταυτόχρονα, μια σειρά από ζητήματα σωματικής και ψυχικής υγείας και ότι χρειάζεται ιδιαίτερη ευαισθησία και προσοχή στο πώς και πότε μπορεί να τεθεί με επιτυχία ένας επιπλέον στόχος. Ίσως, υποθέτουν, είναι προτιμότερο ο στόχος της διακοπής του καπνίσματος να τεθεί σε δεύτερο χρόνο, αφότου ένας άνθρωπος έχει σταθεροποιηθεί με την αντιρετροϊκή αγωγή.