• el
Αθήνα: 210 7257617 210 7233848
Θεσσαλονίκη: 2310 237040

3. 1995 και εξής: Η εποχή της HAART

Το 1995 από πολλές απόψεις αποτελεί ένα έτος σταθμό στην ιστορία του HIV/AIDS. Είναι η περίοδος όπου γίνεται πληρέστερα κατανοητός ο έως τότε παρερμηνευμένος, όπως αποδείχτηκε, μηχανισμός δράσης του HIV, κατασκευάζονται νέες ομάδες αντιρετροϊκών φαρμάκων και διαφαίνονται για πρώτη φορά οι θεραπευτικές δυνατότητες της λεγόμενης «συνδυαστικής» θεραπείας. Από το 1995-96 και μετά, σημειώθηκε μια  άνευ προηγουμένου πρόοδος στη θεραπευτική προσέγγιση της λοίμωξης HIV, γεγονός που άλλαξε για πάντα τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που ζούσαν και ζουν με HIV/AIDS. Εν τούτοις, η συνέχεια της εξιστόρησης της πανδημίας πια του HIV/AIDS δείχνει ότι η επιστημονική πρόοδος αποτελεί ένα μόνο σκέλος στην προσπάθεια αντιμετώπισής της. Η αποτελεσματικότητα των επιστημονικών επιτευγμάτων δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένη, εάν αυτά δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη πολιτική βούληση και σχεδιασμό για την εφαρμογή τους.

3.1. Η γέννηση και η εξέλιξη της HAART

Το πρόσωπο με τη σπουδαιότερη ίσως συμβολή σε αυτήν την περίοδο είναι ο ιατρός και ερευνητής David Ho, επικεφαλής μιας εκ των σημαντικότερων ερευνητικών ομάδων για το HIV/AIDS στο Aaron Diamond AIDS Research Center των ΗΠΑ. Μέσα από μια σειρά πρωτοποριακών εργαστηριακών μελετών, η ομάδα του David Ho έδειξε ότι η κατανόηση της δράσης του HIV που είχε ως τότε η επιστημονική κοινότητα ήταν σε ένα κρίσιμο σημείο λανθασμένη [12,20,21]. Μέχρι το 1994, οι επιστήμονες θεωρούσαν πως ο HIV, από τη στιγμή που προσβάλει έναν άνθρωπο, μένει αδρανής για μια αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο (έως και λίγο περισσότερο από μια δεκαετία) και στη συνέχεια, για λόγους που κανείς δεν κατανοούσε, αρχίζει να πολλαπλασιάζεται ταχύτατα, να αποδυναμώνει γρήγορα το ανοσοποιητικό σύστημα και να οδηγεί τελικά στην εμφάνιση του AIDS. Αυτό όμως που αποκάλυψε η ερευνητική ομάδα του David Ho ήταν ότι ο HIV δεν μένει ούτε στιγμή αδρανής. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της λοίμωξης, ο HIV βρίσκεται σε διαρκή μάχη με το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα και καταφέρνει να πολλαπλασιάζεται με τεράστιους ρυθμούς (βλ. Με ποιον τρόπο ο HIV προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα;). Καθώς πολλαπλασιάζεται, ο HIV παρουσιάζει συνεχώς μεταλλάξεις, γεγονός που του επιτρέπει να προσαρμόζεται και να αναπτύσσει αντοχή στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται εναντίον του, ουσιαστικά αχρηστεύοντάς τα (βλ. Αντοχή του HIV στα αντιρετροϊκά φάρμακα και HAART). Αυτός είναι και ο λόγος που όποια φαρμακευτική ουσία είχε δοκιμαστεί ως τότε δεν μπορούσε παρά να έχει μόνο πρόσκαιρη θεραπευτική επίδραση. Επομένως, και αυτό ήταν το κύριο συμπέρασμα των ερευνών της ομάδας του Ho, είναι απαραίτητο να χτυπηθεί ο ιός όσο το δυνατόν νωρίτερα, και με όσο το δυνατόν περισσότερους τρόπους ταυτόχρονα, δηλαδή με συνδυασμούς φαρμάκων. Είναι πολύ πιο δύσκολο για τον HIV να αναπτύξει αντοχή σε δύο φάρμακα ταυτόχρονα, από ό,τι στο κάθε ένα από αυτά ξεχωριστά. Η χαρακτηριστική φράση του David Ho, την οποία ασπάστηκε σύντομα το σύνολο της ιατρικής κοινότητας, ήταν «hit early, hit hard» (χτυπήστε νωρίς, χτυπήστε σκληρά).

Το φθινόπωρο του 1995, ανακοινώθηκαν τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δύο μεγάλων κλινικών δοκιμών, της έρευνας DELTA [22] και της έρευνας ACTG 175 [23]. Και οι δυο μελέτες έδειχναν ότι η συνδυαστική θεραπεία, δηλαδή η ταυτόχρονη χορήγηση δύο αναστολέων της αντίστροφης μεταγραφάσης, είναι σαφέστατα πιο αποτελεσματική από ό,τι η μονοθεραπεία, δηλαδή η χορήγηση ενός μόνο αναστολέα της αντίστροφης μεταγραφάσης, ως προς την καθυστέρηση της ανάπτυξης αντοχής του HIV και της εκδήλωσης AIDS και ως προς τη μείωση του ποσοστού θνησιμότητας (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα; και Ο κύκλος ζωής του HIV και η δράση των αντιρετροϊκών φαρμάκων). Αυτό ήταν το πρώτο από μια σειρά εκπληκτικών επιτευγμάτων και υπερβάσεων στη θεραπευτική προσέγγιση της λοίμωξης HIV, που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια.

Το ίδιο έτος, είχαν ξεκινήσει οι κλινικές δοκιμές μιας καινούριας ομάδας αντιρετροϊκών φαρμάκων, των αναστολέων της πρωτεάσης (σακουιναβίρη, ριτοναβίρη, ινδιναβίρη). Τα φάρμακα αυτά είχαν κατασκευαστεί στα εργαστήρια μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών στοχεύοντας στην αναστολή του ιικού ενζύμου ‘πρωτεάση’, προσφέροντας έτσι έναν επιπλέον τρόπο παρεμπόδισης της αναπαραγωγής του ιού (βλ. Τι είναι τα αντιρετροϊκά φάρμακα; και Ο κύκλος ζωής του HIV και η δράση των αντιρετροϊκών φαρμάκων), πλην όμως, η κλινική τους χρησιμότητα ήταν ακόμη αβέβαιη.

Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού των δύο αυτών ομάδων φαρμάκων (ενός αναστολέα της πρωτεάσης και δύο αναστολέων της αντίστροφης μεταγραφάσης) έγινε πλήρως ορατή στο 11ο Παγκόσμιο Συνέδριο για το AIDS, τον Ιούλιο του 1996, στο Βανκούβερ του Καναδά, όπου ανακοινώθηκε μια σειρά εντυπωσιακών ευρημάτων σχετικών κλινικών δοκιμών: ο συνδυασμός τριών δραστικών ουσιών καθιστά σχεδόν απίθανη την εμφάνιση αντοχής του HIV. Το συγκεκριμένο συνέδριο έλαβε σχεδόν εορταστικό χαρακτήρα και έτυχε προβολής ακόμη και από τα καθημερινά δελτία ειδήσεων [12]. Τότε ήταν που άρχισαν να γίνονται δημοφιλείς οι όροι «Triple Cocktail» (τριπλό κοκτέιλ φαρμάκων για το AIDS) και «HAART» (Highly Active Anti-Retroviral Therapy / Αντιρετροϊκή Θεραπεία Υψηλής Δραστικότητας). Το 1996, το περιοδικό Time ανακήρυξε τον David Ho πρόσωπο της χρόνιας, αναγνωρίζοντας τη σπουδαία συμβολή του στη διαφαινόμενη ριζοσπαστική αλλαγή των προοπτικών θεραπείας για τους ανθρώπους που ζούσαν με HIV/AIDS.

picture18a picture18b
Εικόνα 18. Η ερευνητική εργασία του David Ho και των συνεργατών του άλλαξε ριζικά τη θεραπευτική προσέγγιση του HIVAIDS και, ταυτόχρονα, τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων

Τον Ιούνιο του 1996, διατέθηκε και μια τρίτη ομάδα αντιρετροϊκών φαρμάκων, οι μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (νεβιραπίνη), αυξάνοντας επιπλέον τις θεραπευτικές επιλογές των ιατρών. Η HAART έγινε πολύ γρήγορα θεραπεία εκλογής για τους ασθενείς με HIV/AIDS στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, επιφέροντας θεαματική βελτίωση στην υγεία τους. Μέχρι το 1998, η επίπτωση του AIDS στην Ευρώπη μειώθηκε από το 30.7% στο 2.5% [24]. Τα επόμενα χρόνια, νέες κλάσεις φαρμάκων προστέθηκαν στο οπλοστάσιο κατά του HIV, όπως ο αναστολέας σύντηξης «ενφουβιρτίδη» το 2003, ο αναστολέας της ιντεγκράσης «ραλτεγκραβίρη» και ο ανταγωνιστής των υποδοχέων CCR5 μαραβιρόκη το 2007. Σήμερα, οι ιατροί έχουν μια πληθώρα φαρμάκων στη διάθεσή τους, ώστε η μείωση κι η διατήρηση του ιικού φορτίου σε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο (βλ. Σημαντικές ιατρικές εξετάσεις) στους περισσότερους ανθρώπους με HIV/AIDS γίνεται όλο και πιο εύκολα δυνατή [18].

Μια επιπλέον σημαντική εξέλιξη ήταν η δυνατότητα χρήσης της αντιρετροϊκής αγωγής ως μέσο πρόληψης νέων μεταδόσεων του HIV. Όπως έχει δείξει μια σειρά μεγάλης κλίμακας ερευνών, η συστηματική χρήση της HAART και η σταθερή μείωση του ιικού φορτίου σε μη ανιχνεύσιμο επίπεδο μειώνει δραστικά (έως και 96%) την πιθανότητα μετάδοσης του HIV στα ετερόφυλα ζευγάρια [25], ενώ πιθανότατα ισχύει το ίδιο και στα ομόφυλα ζευγάρια ανδρών, όπως έχουν δείξει τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της συνεχιζόμενης έρευνας PARTNER (οριστικά αποτελέσματα αναμένονται μέσα στο 2017) [26]. Από το 2015, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά την άμεση χορήγηση αντιρετροϊκής αγωγής σε όλους τους ανθρώπους που ζουν με τον HIV για την προστασία τόσο της ατομικής, όσο και της δημόσιας υγείας [27].

Εδώ και κάποια χρόνια, σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, ορισμένα αντιρετροϊκά φάρμακα χρησιμοποιούνται ως μέσο προφύλαξης μετά από μια πιθανή έκθεση στον HIV (βλ. Η προφύλαξη μετά την έκθεση στον HIV (PEP)). Εάν δηλαδή κάποιο άτομο θεωρεί ότι με κάποιον τρόπο εκτέθηκε στον HIV, υπάρχει πλέον η δυνατότητα να αποφευχθεί μια πιθανή λοίμωξη, εφόσον απευθυνθεί εγκαίρως (εντός 72 ωρών το πολύ) σε αρμόδιο νοσοκομειακό τμήμα και λάβει αντιρετροϊκή αγωγή. Τέλος, πολύ πρόσφατα, στις 22 Αυγούστου 2016, η αρμόδια ευρωπαϊκή επιτροπή ενέκρινε τη διάθεση του σκευάσματος Truvada σε όλα τα 28 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μέσο προφύλαξης πριν από μια πιθανή έκθεση στον HIV [http://www.aidsactioneurope.org/en/news/european-commission-approves-prep]. Δηλαδή, ομάδες του πληθυσμού που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα έκθεσης στον HIV (π.χ. άνθρωποι που κάνουν ενέσιμη χρήση ναρκωτικών, εκδιδόμενες γυναίκες), έχουν πια τη δυνατότητα να λαμβάνουν προληπτικά αντιρετροϊκή αγωγή, μειώνοντας έτσι δραστικά την πιθανότητα μιας λοίμωξης με τον HIV (βλ. Η προφύλαξη πριν την έκθεση στον HIV (PrEP)).

3.2. Νέες προκλήσεις στην εποχή της HAART

Η πρόοδος που συντελέστηκε κατά τη σχετικά μικρή αυτή χρονική περίοδο στη θεραπευτική αντιμετώπιση της λοίμωξης HIV και του AIDS είναι εντυπωσιακή. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρει αντίστοιχο παράδειγμα σε όλη την ιστορία της ιατρικής επιστήμης. Το HIV/AIDS, μια νόσος που μέσα σε λίγα χρόνια πήρε διαστάσεις πανδημίας και έφτασε να αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου των νέων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, μετατράπηκε σε ένα χρόνιο μεν, αλλά μη θανατηφόρο και αντιμετωπίσιμο νόσημα. Ωστόσο, στην εποχή της HAART, η επιστημονική κοινότητα και η παγκόσμια κοινότητα των ανθρώπων που ζουν με HIV/AIDS, μολονότι μπορούν να είναι σαφώς πιο αισιόδοξοι για το μέλλον, καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα σειρά κρίσιμων ζητημάτων. Πέρα από τις δυσκολίες που γρήγορα φάνηκε να συνοδεύουν την αντιρετροϊκή αγωγή καθαυτή, όπως οι πιθανές παρενέργειες και η απαίτηση για αυστηρή συμμόρφωση στη λήψη της, το μεγάλο στοίχημα ήταν πλέον (και εξακολουθεί να είναι έως σήμερα) η διάθεση αυτών των υψηλότατου κόστους φαρμάκων στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου, οι οικονομίες των οποίων δεν μπορούν να αντέξουν τη μεγάλη αυτή δαπάνη και πολλές εκ των οποίων δεν διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή για να υποστηρίξουν μια τέτοια μακροχρόνια θεραπεία. Όπως έχει διαπιστωθεί, η απόσταση από την ύπαρξη της δυνατότητας θεραπείας μέχρι την εφαρμογή αυτής της θεραπείας είναι μεγάλη. Και είναι μια απόσταση που μετριέται κατά βάση με όρους οικονομικούς.

3.2.1. Διάρκεια και συμμόρφωση στη θεραπεία

Τα πρώτα χρόνια μετά την ευρεία διάθεση της HAART στις ανεπτυγμένες χώρες, πολλοί ερευνητές θεώρησαν πως, εφόσον η αντιρετροϊκή αγωγή καταστέλλει πλήρως την αναπαραγωγή του HIV και εφόσον οι ιστοί του ανθρώπινου σώματος ανανεώνονται με ένα σχετικά σταθερό ρυθμό (τα παλιά κύτταρα πεθαίνουν και αντικαθίστανται από νέα), μετά από κάποιο διάστημα συστηματικής χορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής, ο ιός θα πρέπει να εξαλειφθεί οριστικά από τον οργανισμό, αφού όλα τα προσβεβλημένα κύτταρα θα έχουν αντικατασταθεί από νέα και υγιή. Αν και η συλλογιστική αυτή φαίνεται βάσιμη, κάτι τέτοιο αποδείχτηκε ότι στην πραγματικότητα δεν ισχύει. Όσες έρευνες εξέτασαν τι συμβαίνει κατά τη διακοπή της λήψης αντιρετροϊκών φαρμάκων, ύστερα από ποικίλα διαστήματα σταθερής λήψης τους, διαπίστωσαν ότι, σε κάθε περίπτωση, ο HIV ανέκαμπτε ταχύτατα. Αυτό συμβαίνει, διότι, όπως έδειξαν μεταγενέστερες μελέτες, ο HIV προσβάλλει όχι μόνο τα ώριμα και ενεργά κύτταρα του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος, αλλά και τα άωρα και αδρανή, τα οποία μπορεί να μένουν σε αυτή την ανενεργό κατάσταση για πολλά χρόνια. Όταν ωριμάσουν και ενεργοποιηθούν, μετατρέπονται και αυτά σε εργοστάσια παραγωγής ιικών αντιγράφων. Ο HIV, δηλαδή, δημιουργεί ένα «ιικό απόθεμα» που, έως σήμερα, δεν έχει καταστεί δυνατό να εξαλειφθεί [28].

Τα ευρήματα αυτά οδήγησαν σε δύο βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι η HAART, με τη σημερινή της τουλάχιστον μορφή, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει μια οριστική θεραπεία της λοίμωξης HIV. Η HAART μπορεί να καταστέλλει τον πολλαπλασιασμό του ιού, δεν μπορεί όμως να τον εξαλείψει δια παντός από τον οργανισμό. Επομένως, η αντιρετροϊκή αγωγή είναι μια εφ’όρου ζωής θεραπεία. Το δεύτερο είναι ότι η αντιρετροϊκή θεραπεία, προκειμένου να καταστέλλει σταθερά την αναπαραγωγή του HIV, προϋποθέτει την απαρέγκλιτη συμμόρφωση των ανθρώπων που τη λαμβάνουν στις οδηγίες χορήγησής της. Τα πρώτα χρόνια, αυτό σήμαινε ότι οι άνθρωποι με HIV/AIDS έπρεπε να λαμβάνουν για όλη τους τη ζωή έως και 20 χάπια ημερησίως ανά αυστηρά τακτά χρονικά διαστήματα, γεγονός που στην πράξη δημιουργούσε βέβαια πολλές δυσκολίες. Εν τούτοις, τα επόμενα χρόνια έγιναν διαθέσιμα φαρμακευτικά σκευάσματα που συνδυάζουν δύο ή τρεις δραστικές ουσίες σε ένα χάπι, ώστε σήμερα η αντιρετροϊκή αγωγή, στις περισσότερες περιπτώσεις, περιλαμβάνει τη λήψη 1 ή 2 δισκίων την ημέρα. Και πάλι, όμως, αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται εφ’ όρου ζωής, οπωσδήποτε σε καθημερινή βάση και ανά αυστηρά ορισμένα χρονικά διαστήματα (βλ. Η σωστή λήψη της αντιρετροϊκής αγωγής).

3.2.2. Πιθανές παρενέργειες της αντιρετροϊκής αγωγής

Το δεύτερο ζήτημα σε σχέση με την αντιρετροϊκή αγωγή είναι οι πιθανές βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες παρενέργειές της. Ως προς τις βραχυπρόθεσμες παρενέργειες, τα πρώτα αντιρετροϊκά φάρμακα ήταν εξαιρετικά τοξικά για τους περισσότερους ανθρώπους που τα λάμβαναν, προκαλώντας ένα μεγάλο εύρος δυσάρεστων συμπτωμάτων κατά το αρχικό διάστημα της λήψης τους. Σήμερα, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Η δράση των σύγχρονων αντιρετροϊκών είναι πολύ πιο επιλεκτική και άρα έχουν πολύ λιγότερες και πολύ πιο ήπιες βραχυπρόθεσμες παρενέργειες, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις είναι σχετικά εύκολα ανεκτές και υποχωρούν εντός λίγων εβδομάδων.

Ως προς τις μεσοπρόθεσμες παρενέργειες, ήδη από το 1997-8, αρκετοί άνθρωποι υπό αντιρετροϊκή αγωγή άρχισαν να παρατηρούν αλλαγές στο σώμα τους, όπως συσσώρευση λίπους στην κοιλιά, το στήθος ή τον αυχένα, και αντίστοιχα απώλεια λιπώδους ιστού στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια. Η κατάσταση αυτή, γνωστή ως λιποδυστροφία, δεν έχει γίνει, έως και σήμερα, πλήρως κατανοητή. Ωστόσο, είναι πλέον γνωστό ότι προκαλείται από συγκεκριμένα και σχετικά παλιά φάρμακα (κυρίως τη σταβουδίνη και τη ζιδοβουδίνη), τα οποία κατά κανόνα αποφεύγονται, ώστε η συχνότητα της λιποδυστροφίας είναι σήμερα πολύ χαμηλή. Άλλες παρενέργειες που είναι γνωστό ότι πιθανόν προκαλεί σε κάποιους ανθρώπους η χρόνια λήψη αντιρετροϊκών φαρμάκων αφορούν σε διαταραχές της πυκνότητας των οστών, καρδιαγγειακά και μεταβολικά νοσήματα, καθώς και διαταραχές των νεφρών και του ήπατος. Για τον λόγο αυτό, όσοι λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή υποβάλλονται σε τακτικούς ιατρικούς ελέγχους και, αν κάτι από τα παραπάνω εμφανιστεί, τροποποιείται αντίστοιχα η θεραπεία (βλ. Πιθανές παρενέργειες της αντιρετροϊκής αγωγής).

Τέλος, η εικόνα που σήμερα έχουμε σε σχέση με τις πιθανές μακροπρόθεσμες παρενέργειες της αντιρετροϊκής αγωγής είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη, εφόσον η HAART χορηγείται συστηματικά εδώ και 20 περίπου χρόνια. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις των φαρμάκων αυτών στα οστά, την καρδιά, τα νεφρά και άλλα όργανα του σώματος σε μια ομάδα ανθρώπων, της οποίας τώρα ένα μέρος αρχίζει να πλησιάζει την τρίτη ηλικία, είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν εκ των προτέρων.

3.2.3. Διάθεση της αντιρετροϊκής αγωγής στις αναπτυσσόμενες χώρες

Η τρίτη και σημαντικότερη ίσως πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η επιστημονική κοινότητα και η παγκόσμια κοινωνία των πολιτών είναι η διάθεση της αντιρετροϊκής αγωγής σε πολλές χώρες του κόσμου, οι οικονομίες των οποίων αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο τεράστιο κόστος της. Τα ενθουσιώδη νέα από το 11ο Παγκόσμιο Συνέδριο για το AIDS στον Καναδά το 1996, εκτός της πολυπόθητης ελπίδας που έφεραν στους ανθρώπους που ζούσαν με HIV/AIDS στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ανέδειξαν με τον πιο δραματικό τρόπο την τεράστια ανισότητα μεταξύ του λεγόμενου αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου [12]. Είκοσι εκατομμύρια Αφρικανοί υπολογιζόταν πως είχαν μολυνθεί με τον HIV ως το 1996, ενώ νέες επιδημίες είχαν εκδηλωθεί σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, το Βιετνάμ, η Κίνα και αρκετά κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης [19]. Αν και η θεραπεία ήταν πλέον θεωρητικά δυνατή, η προσφορά της στους πολίτες των χωρών αυτών που την χρειάζονταν προϋπέθετε αφενός την πολιτική βούληση των αντίστοιχων κυβερνήσεων να αναγνωρίσουν, καταρχάς, το πρόβλημα του HIV/AIDS και να διαθέσουν, στη συνέχεια, ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού τους για να την προμηθευτούν, αφετέρου την προθυμία των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών να μειώσουν το κόστος της, κάτι που, όπως αντέτειναν, θα περιόριζε κατά πολύ τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν τη συνέχιση των ερευνών για νέες και πιο αποτελεσματικές μεθόδους θεραπείας.

Τα επόμενα χρόνια, πραγματοποιήθηκαν πολλές προσπάθειες και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις σε πολλές από αυτές τις χώρες, τόσο από οργανωμένα κινήματα πολιτών, όσο και από θεσμικούς παράγοντες. Οι αντιστάσεις ήταν πολλές και οι λόγοι δεν ήταν πάντα αποκλειστικά οικονομικοί. Το HIV/AIDS ήταν εξαρχής μια βαθιά πολιτικοποιημένη νόσος, ακριβώς επειδή είχε συνδεθεί με μειονοτικές ομάδες του πληθυσμού και με μη αποδεκτές εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς (π.χ. χρήση ναρκωτικών) και σεξουαλικότητας (π.χ. ομοφυλοφιλία). Για λόγους των οποίων η ανάλυση ξεφεύγει του σκοπού του παρόντος κειμένου, η ανοιχτή επικοινωνία γύρω από τα εν λόγω ζητήματα προκαλούσε πάντα αντιδράσεις αμηχανίας ή και αποδοκιμασίας σε μεγάλη μερίδα του κόσμου, ώστε πολλοί πολιτικοί ηγέτες προτίμησαν να αγνοήσουν την επιδημία του HIV/AIDS ή να μην την αντιμετωπίσουν λαμβάνοντας εγκαίρως δραστικά μέτρα. Είναι χαρακτηριστική η αντίσταση πολλών χωρών, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, στην υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης του HIV/AIDS μέσω της προώθησης της χρήσης προφυλακτικού, της απροκατάληπτης σεξουαλικής εκπαίδευσης και της ανταλλαγής συριγγών, παρά την εμπειρία άλλων χωρών που κατάφεραν να μειώσουν σημαντικά τα ποσοστά μετάδοσης εφαρμόζοντας αντίστοιχες καμπάνιες.

Ως προς το οικονομικό σκέλος του ζητήματος, το 2000, η UNAIDS υπό την προεδρία του Kofi Annan, διαπραγματεύτηκε με τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και πέτυχε μια δραστική μείωση τους κόστους διάθεσης ορισμένων αντιρετροϊκών φαρμάκων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τα επόμενα χρόνια, ο ΟΗΕ διέθεσε μεγάλα ποσά για την αντιμετώπιση της επιδημίας του HIV/AIDS στις ίδιες χώρες, το μεγαλύτερο μέρος εκ των οποίων κατευθύνθηκε στη διάθεση αντιρετροϊκών φαρμάκων. Σημαντική εξέλιξη υπήρξε και η δυνατότητα κατασκευής γενόσημων φαρμάκων από μικρότερες εγχώριες φαρμακευτικές εταιρείες (Διακήρυξη της Doha, 2001).

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα της UNAIDS [29], ο αριθμός των ανθρώπων με HIV/AIDS που λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή σε όλο τον κόσμο αυξήθηκε από λιγότερο του ενός εκατομμυρίου το 2000, στα περίπου 7.5 εκατομμύρια το 2010, και στα 17 εκατομμύρια το 2015, ενώ ο διακηρυγμένος στόχος για το 2020 είναι τα 30 εκατομμύρια (βλ. Πίνακας 1). Εκτιμάται, επίσης, ότι το 43-50% των ανθρώπων με HIV/AIDS παγκοσμίως λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή. Το χαμηλότερο ποσοστό έχουν οι χώρες της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής (12-24%) και της Ανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (19-22%), ενώ το υψηλότερο έχουν οι χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής (56-68%).

picturetable

Πίνακας 1. Αριθμός ανθρώπων με HIV υπό αντιρετροϊκή αγωγή παγκοσμίως (πηγή: UNAIDS, 2016 [29])

Βιβλιογραφικές πηγές

  1. Dimmock, N.J. (2016). Introduction to modern virology (7th edition). Oxford: John Wiley & Sons.
  2. Clavel, F., Guetard, D., Brun-Vezinet, F., et al. (1986). Isolation of a new human retrovirus from West African patients with AIDS. Science, 233(4761), 343-6.
  3. Sharp, P.M., Robertson, D.L., Gao, F., & Hahn, B.H. (1994). Origins and diversity of human immunodeficiency viruses. AIDS, 8(1), S27-S42.
  4. Sharp, P.M., & Hahn, B.H. (2011). Origins of HIV and the AIDS pandemic. Cold Spring Harbor Perspectives in Medicine, 1(1), a006841.
  5. Gao, F., Bailes, E., Robertson, D.L., et al. (1999). Origin of HIV-1 in the chimpanzee Pan troglodytes troglodytes. Nature 397(6718), 436-41.
  6. Gao, F., Yue, L., White, A.T., et al. (1992). Human infection by genetically diverse SIVsm-related HIV-2 in west Africa. Nature 358(6386), 495-9.
  7. Faria, N.R., Rambaut, A., Suchard, M.A., et al. (2014). The early spread and epidemic ignition of HIV-1 in human populations. Science, 346(6205), 56-61.
  8. Zhu, T., Korber, B.T., Nahmias, A.J., Hooper, E., Sharp, P.M., & Ho, D.D. (1998). An African HIV-1 sequence from 1959 and implications for the origin of the epidemic. Nature, 391, 594-7.
  9. Centers for Disease Control (1981). Kaposi’s Sarcoma and Pneumocystis Pneumonia among Homosexual Men – New York City and California. Morbidity and Mortality Weekly Report, 30(21), 305-8.
  10. Colichman, P. (Παραγωγός) & Rosenzweig, J. (Σκηνοθέτης) (2011). 30 Years from Here: A Personal History of NYC & HIV/AIDS (Ντοκιμαντέρ). USA: Here Media. Τελευταία ανάκτηση (06.09.2016): https://www.youtube.com/watch?v=yb-aGpc3HQA
  11. Nisbett, A. (Παραγωγός), Ronowicz, S. (Αρχισυντάκτης) & Massey, G. (Αρχισυντάκτης) (1983). Killer in the Village (Ντοκιμαντέρ). United Kingdom: BBC Two/Horizon. Τελευταία ανάκτηση (02.09.2016): https://www.youtube.com/watch?v=4IdpMkUlZOM
  12. Cran, W., & Barker, G. (Παραγωγοί and Σκηνοθέτες) (2006). The Age of AIDS (Ντοκιμαντέρ). USA: WGBH/Frontline. Τελευταία ανάκτηση (07.09.2016): https://www.youtube.com/watch?v=fS0OoreV-S4
  13. World Science Festival. (2015, December 3). Ending the Epidemic: Science Advances on AIDS (Τηλεοπτική εκπομπή). Τελευταία ανάκτηση (05.09.2016): https://www.youtube.com/watch?v=P4diCNXfgsk
  14. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (2014). Δελτίο Επιδημιολογικής Επιτήρησης της HIV/AIDS λοίμωξης στην Ελλάδα, Τεύχος 29. Αθήνα: ΚΕΕΛΠΝΟ.
  15. Πετρόπουλος, Δ. (Αρχισυντάκτης) & Νταούλης, Γ. (Σκηνοθέτης) (2011). Μηχανή του Χρόνου (Τηλεοπτική σειρά). Ελλάδα: ΕΡΤ A.E.. Τελευταία ανάκτηση (05.09.2016): http://webtv.ert.gr/katigories/politismos/mixani-tou-xronou/05dek2015-i-michani-tou-chronou/
  16. Barré-Sinoussi, F., Chermann, J.C., Rey, F., et al. (1983). Isolation of a T-lymphotropic retrovirus from a patient at risk for acquired immune deficiency syndrome (AIDS). Science, 220(4599), 868-71.
  17. World Health Organisation (1987). Global Statistics. Weekly Epidemiological Record, 62(49), 372.
  18. Hoffmann, C., & Rockstroh, J. (2015). HIV 2015/16. Hamburg: Medizin Fokus Verlag.
  19. Altman, L.K. (1996, November 28). U.N. Reports 3 Million New H.I.V. Cases Worldwide for ’96. The New York Times. Τελευταία ανάκτηση (06.09.2016): http://www.nytimes.com/1996/11/28/world/un-reports-3-million-new-hiv-cases-worldwide-for-96.html
  20. Ho, D.D. (1995). Time to hit HIV, early and hard. New England Journal of Medicine, 333(7), 450-1.
  21. Ho, D.D., Neumann, A.U., Perelson, A.S., Chen, W., Leonard, J.M., & Markowitz, M. (1995). Rapid turnover of plasma virions and CD4 lymphocytes in HIV-1 infection. Nature, 373(6510), 123-6.
  22. DELTA (1996). A randomised double-blind controlled trial comparing combinations of zidovudine plus didanosine or zalcitabine with zidovudine alone in HIV-infected individuals. Lancet, 348(9023), 283-91.
  23. Hammer, S.M., Katzenstein, D.A., Hughes, M.D., et al. (1996). A trial comparing nucleoside monotherapy with combination therapy in HIV-infected adults with CD4 cell counts from 200 to 500 per cubic millimeter. New England Journal of Medicine, 335(15), 1081-90.
  24. Mocroft, A., Katlama, C., Johnson, A.M., et al. AIDS across Europe, 1994-98: the EuroSIDA study. Lancet, 356(9226), 291-6.
  25. Anglemyer, A., Rutherford, G.W., Egger, M., & Siegfried, N. (2011). Antiretroviral therapy for prevention of HIV transmission in HIV-discordant couples. Cochrane Database for Systematic Reviews, 5, CD009153.
  26. Rodger, A.J., Cambiano, V., Bruun, T., et al. (2016). Sexual Activity Without Condoms and Risk of HIV Transmission in Serodifferent Couples When the HIV-Positive Partner Is Using Suppressive Antiretroviral Therapy. Journal of the American Medical Association, 316(2), 171-81.
  27. World Health Organization (2015). Guideline on when to start antiretroviral therapy and on pre-exposure prophylaxis for HIV. Geneva: WHO Press.
  28. Siliciano, J.D., Kajdas, J., Finzi, D., et al. (2003). Long-term follow-up studies confirm the stability of the latent reservoir for HIV-1 in resting CD4+ T cells. Nature Medicine, 9(6), 727-8.
  29. UNAIDS (2016). AIDS by the numbers. Geneva: UNAIDS.
  30. UNAIDS (2016). Global AIDS update 2016. Geneva: UNAIDS.
  31. European Centre for Disease Prevention and Control, & WHO Regional Office for Europe (2015). HIV/AIDS surveillance in Europe 2014. Stockholm: ECDC.
  32. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (2015). Συνοπτικά επιδημιολογικά δεδομένα για το HIV/AIDS στην Ελλάδα (ως 31 Οκτ 2015). Αθήνα: ΚΕΕΛΠΝΟ.